ἑκκαιδεκαέτης

ἑκκαιδεκα-έτης, ου, ,
A sixteen years old, Plu.2.754e.
II consisting of sixteen years,

χρόνος D.C.69.8

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκκαιδεκαέτης — ἑκκαιδεκαέτης, ο (Α) 1. αυτός που έχει ηλικία δεκαέξι ετών, ο δεκαεξαετής 2. περίοδος που αποτελείται από δεκαέξι χρόνια, η δεκαεξαετία …   Dictionary of Greek

  • ἑκκαιδεκαέτης — sixteen years old masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εκκαιδεκέτης — ἑκκαιδεκέτης και ἑκκαιδεκαέτης, ο (θηλ. εκκαιδεκέτις) δεκαεξαετής …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.